Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Ντόμινο χρέους απειλεί τώρα νοικοκυριά και επιχειρήσεις

ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ενός «ντόμινο χρέους» βρίσκεται η ελληνική οικονομία. Μετά το σκληρό πακέτο μέτρων που εξήγγειλε την προηγούμενη εβδομάδα η κυβέρνηση, ορατός είναι πλέον ο κίνδυνος η κρίση του χρέους που πλήττει τον δημόσιο τομέα να περάσει και στον ιδιωτικό.


Σήμερα επιχειρήσεις και νοικοκυριά χρωστάνε στις τράπεζες περισσότερα από 354 δισ. ευρώ και η εξυπηρέτησή τους φαίνεται ότι θα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, καθώς η οικονομία διολισθαίνει σε βαθιά ύφεση και οι όροι δανεισμού επιδεινώνονται.

Χιλιάδες νοικοκυριά που χρωστούν σήμερα στις τράπεζες σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια περίπου 119,5 δισ. ευρώ θα βρεθούν από φέτος με εισοδηματικές απώλειες που μπορεί να υπερβαίνουν το 10%, εξαιτίας της αύξησης των έμμεσων φόρων και των περικοπών σε επιδόματα και μισθούς. Μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο πλήγμα θα το δεχθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ομως αν οι παραινέσεις του Ολ. Ρεν γίνουν τελικώς αποδεκτές και οι περικοπές των μισθών επεκταθούν και στον ιδιωτικό τομέα, τότε το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό. Οι τράπεζες ήδη επεξεργάζονται εφιαλτικά σενάρια έκρηξης των επισφαλειών, καθώς μεγάλο τμήμα των δανειοληπτών θα βρεθεί σε ουσιαστική αδυναμία να εξυπηρετήσει το χρέος του.

Η εμπειρία από άλλες υπερχρεωμένες χώρες που δοκιμάστηκαν από τη λεγόμενη κρίση του «δημόσιου χρέους», όπως η Αργεντινή, δείχνει ότι όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν εφιαλτικό σενάριο φαντασίας αλλά απτή πραγματικότητα. Οταν υποχώρησε η παλίρροια του δημόσιου χρέους με άνοδο των επιτοκίων και υποτίμηση των εθνικών νομισμάτων, «τα νερά» συμπαρέσυραν και τον υπερχρεωμένο ιδιωτικό τομέα. Στη χώρα μας το χρέος του ιδιωτικού τομέα υπερβαίνει πλέον το 100% του ΑΕΠ, παραμένει δηλαδή σε «αποδεκτό» πλαίσιο. Ωστόσο, στην Ελλάδα το πρόβλημα εντοπίζεται στη ραγδαία αύξησή του μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Στο τέλος του 2001 τα ελληνικά νοικοκυριά είχαν δανειστεί περίπου 28 δισ. ευρώ, ενώ σήμερα το υπόλοιπο των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων έχει φτάσει περί τα 120 δισ. ευρώ.

Μοναδική σανίδα σωτηρίας αποτελεί η ελπίδα ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα διατηρήσει τουλάχιστον μέχρι το τέλος του έτους το βασικό της επιτόκιο στο 1%. Σε αντίστοιχα χαμηλά επιτόκια διατηρούνται και τα επιτόκια στη διατραπεζική αγορά (euribor). Τα χαμηλά επιτόκια δίνουν μία ανάσα, για παράδειγμα, στα στεγαστικά δάνεια (έχουν φθάσει τα 80,7 δισ. ευρώ), τα οποία εκτοκίζονται με κόστος της τάξεως του 3% με 4% ετησίως. Ομως κάθε σκέψη για αναχρηματοδότηση παλαιών δανείων (καταναλωτικών ή στεγαστικών) είναι πλέον απαγορευτική, καθώς το αυξημένο κόστος δανεισμού του Δημοσίου έχει ήδη περάσει και στις τράπεζες, οι οποίες δανείζουν πλέον με περιθώρια κέρδους (spread) που ξεπερνούν το 2,5% στα στεγαστικά. Ετσι ακόμη και αν η ΕΚΤ διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια της, το αυξημένο κόστος δανεισμού για το ελληνικό Δημόσιο έχει ήδη επηρεάσει τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Ηδη η Αγροτική προχώρησε σε αύξηση των επιτοκίων για κεφάλαια κίνησης και αναμένεται να ακολουθήσουν και άλλες τράπεζες.

Ομως η αύξηση αυτή στα επιτόκια χορηγήσεων προκαλεί ασφυξία σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, τα οποία διαπιστώνουν ότι το κομμάτι του εισοδήματός τους που κατευθύνεται στις τράπεζες αυξάνεται απελπιστικά. Οι τραπεζίτες φοβούνται ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί δραματικά από το φθινόπωρο, οπότε είναι πιθανόν να εμφανιστεί ένα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα κύμα κατασχέσεων και πλειστηριασμών ακινήτων. Επίσης εκφράζονται φόβοι ότι υπό τις συνθήκες αυτές τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών και οι επισφάλειες θα ξεπεράσουν φέτος το 10%.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
website counter
friend finderplentyoffish.com